Κυρίες και κύριοι
Συμπληρώνονται
αυτές τις ημέρες 84 χρόνια από την ιστορική Μάχη της Κρήτης.
Το Μάιο του 1941 γράφτηκαν στο Σέλινο σελίδες
γεμάτες με λαμπρά κατορθώματα, που κοσμούν την ιστορία μας. Αλλά και στο
διάστημα της κατοχής που ακολούθησε, στον
τομέα της εθνικής αντίστασης, στην
περιοχή του Σελίνου συνέβησαν σπουδαία γεγονότα. Βέβαια, η επαρχία πλήρωσε
ακριβά τους αγώνες που έδωσε για την ελευθερία της, αφού 250 περίπου κάτοικοί της,
βρήκαν το θάνατο από τον εχθρό και οι
υλικές καταστροφές που προκλήθηκαν στην περιοχή
ήταν υπερβολικά μεγάλες.
Αμέσως
μετά την κατάληψη του Μάλεμε, τον Μάϊο του 1941, η Γερμανική διοίκηση στο
δυτικό τομέα, πολύ γρήγορα συγκρότησε μια ομάδα υπό τον Ταγματάρχη Schette, με
σκοπό να σταλεί προς την περιοχή του Σελίνου. Την αποτελούσαν άνδρες του
95ου ορεινού τάγματος
μηχανικού και του 55ου τάγματος
μοτοσικλετιστών. Σύμφωνα με τον άγγλο ιστορικό Beevor, η δύναμη που προωθούνταν
προς την Παλαιόχωρα, στα νότια δηλαδή του νομού Χανίων, είχε σκοπό να
εμποδίσει τις όποιες ενισχύσεις θα
εστέλνοντο εκεί από την Αλεξάνδρεια, από το Συμμαχικό δηλαδή Στρατηγείο.
Ταυτόχρονα, η Γερμανική πολεμική αεροπορία προσπαθούσε να
καλύψει τις επιχειρήσεις της ομάδας
αυτής, προβαίνοντας σε συνεχείς
πολυβολισμούς σε ότι έβλεπαν να κινείται αλλά και σπιτιών που
βρισκόντουσαν πάνω στον αυτοκινητόδρομο προς την Παλαιόχωρα.
Η πρώτη μάχη, που διεξήγαγαν οι Γερμανοί στην
πορεία τους προς το Σέλινο, δόθηκε στο
χωριό Κουλουκουθιανά.
Στις 21 Μαίου,
ένα αυτοκίνητο μετέφερε 25-30
οπλισμένους Σελινιώτες για να πολεμήσουν
στην ευρύτερη περιοχή των Βουκολιών. Αυτοί συμμετείχαν στη μάχη που έγινε στο χωριό
Κουλουκουθιανά, με πολλούς άλλους πολεμιστές της περιοχής αυτής.
Την χρονική αυτή περίοδο, πολλοί Σελινιώτες κυρίως από τα χωριά του
Ανατολικού Σελίνου, έλαβαν μέρος στις σκληρές μάχες εναντίον των
αλεξιπτωτιστών, που έπεφταν στις πεδινές περιοχές της Κυδωνίας, δηλαδή στην Αγιά, το Γαλατά, το Μάλεμε και
αλλού.
Επίσης
άλλοι Σελινιώτες, κυρίως από την περιοχή του Πλεκάνου και των Στροβλών, έλαβαν
μέρος μαζί με τους Κισαμίτες στην
περιοχή από Πλακάλωνα έως Καστέλλι.
Και
στις δύο περιπτώσεις υπήρξαν από αυτούς
θύματα στα πεδία των μαχών.
Ακολούθησαν οι μάχες στα Μεσαύλια και στα
Φλώρια στις 23 Μαίου. Μετά από τις δύο τελευταίες μάχες και δεδομένου ότι
η κατάληψη της Κρήτης προχωρούσε
σταδιακά, ήταν αναμενόμενο ότι οι Γερμανοί θα ξανάρχονταν.
Τις πρωινές ώρες της 24ης Μαίου είχαν ήδη λάβει θέσεις στο Φαράγγι αρκετοί άνδρες. Μαζεύτηκαν εκεί κάτοικοι της Καντάνου, των
άλλων χωριών του Σελίνου αλλά και
γειτονικών επαρχιών, καθώς και περί τους
είκοσι πέντε χωροφύλακες και μερικοί αγροφύλακες που υπηρετούσαν στην
επαρχία. Ετσι συγκεντρώθηκαν συνολικά για την απόκρουση του
εχθρού περίπου διακόσιοι πενήντα έως τριακόσιοι
άνθρωποι.
Οι
Γερμανοί δεν μπόρεσαν εύκολα να προχωρήσουν και να περάσουν το Φαράγγι για να
φθάσουν στην Κάνδανο. Εδωσαν μάχη, που κράτησε όλη την ημέρα. Και είχαν αρκετά θύματα.
Ακολούθησε η κατάληψη της Καντάνου και της
Παλαιόχωρας.
Στις 3 Ιουνίου 1941, λίγες μέρες δηλαδή μετά
τις μάχες που εδόθησαν στο Φαράγγι και αλλού, οι Γερμανοί ξαναγύρισαν στην
Κάντανο. Δεν μπορούσαν να δεχθούν ότι είχαν τόσους πολλούς νεκρούς στην πορεία
τους για την Κάνδανο και για αυτό
θέλησαν να τιμωρήσουν αυτούς, που πολέμησαν υπερασπιζόμενοι την ελευθερία τους. Το
πρωί της μέρας αυτής επέστρεψαν, για να ισοπεδώσουν και καταστρέψουν
ολοκληρωτικά την περιοχή.
Τους μήνες που ακολούθησαν τη Μάχη της Κρήτης,
αλλά και αργότερα, από τις ακτές του Σελίνου, έφυγε για την Μέση Ανατολή πολύ
μεγάλος αριθμός συμμάχων στρατιωτών, δηλαδή Αγγλων, Αυστραλών και Νεοζηλανδών.
Οι κάτοικοι της περιοχής τους φιλοξένησαν, τους περιέθαλψαν και τους βοήθησαν
να διαφύγουν. Η φιλοξενία των Αγγλων, Αυστραλών και Νεοζηλανδών στρατιωτών
εγκυμονούσε μεγάλους κινδύνους όχι μόνο για τους ίδιους τους Κρητικούς που τους
έδιναν τροφή και βοήθεια, αλλά και για
ολόκληρο το χωριό τους. Σχετική είναι η προκήρυξη του Γερμανού Στρατιωτικού
Διοικητή Κρήτης, που είχαν φροντίσει οι κατοχικές δυνάμεις να μοιραστεί παντού,
ώστε οι Κρητικοί να είναι ενήμεροι, που αναφέρει και τα εξής:
«Οστις
ΚΡΥΠΤΕΙ ΦΥΓΑΔΑΣ ΑΓΓΛΟΥΣ παρέχον εις αυτούς τροφήν και βοήθειαν η συμβουλεύει
και προειδοποιεί αυτούς, θέτει εις ΚΙΝΔΥΝΟΝ την ιδίαν αυτού ΖΩΗΝ, ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΙΝ
ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ και την ύπαρξιν ολοκλήρου του ΧΩΡΙΟΥ ΤΟΥ»
Ακολουθεί η πρώτη μεγάλη γερμανική εξόρμηση που έγινε στις αρχές του
Σεπτεμβρίου του 1941. Χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες εξερευνούν μεταξύ των άλλων
περιοχών του νομού και μεγάλο μέρος του Σελίνου. Στην εξόρμηση αυτή
συνελήφθησαν και πολλοί Σελινιώτες. Από αυτούς είκοσι εννέα εκτελέστηκαν στην
Παλαιόχωρα. Αλλοι συλληφθέντες εκτελέστηκαν στην Αγιά και στα Σφακιά. Επίσης
μερικοί εκτελέστηκαν σε άλλα μέρη της επαρχίας, όπως σε ορεινές της περιοχές, που τους συνάντησαν.
Από τον πρώτο καιρό της κατοχής έγιναν κινήσεις
στην περιοχή για την αντίσταση εναντίον των κατακτητών. Αυτό προκύπτει από μαρτυρίες
κατοίκων αλλά και από άλλα ιστορικά τεκμήρια, π.χ. ορκωμοσίες ανταρτών, όπως
αυτή που έγινε στις 10-1-1942 στην εκκλησία της Παναγίας της Κεράς στο χωριό
Μονή, που το σχετικό πρακτικό ορκωμοσίας
φέρει τις υπογραφές 109 ανδρών.
Στην περιοχή του Σελίνου εμφανίζονται αντιστασιακές οργανώσεις η
ομάδες που δρουν κατά του εχθρού. Αρχικά είχαν δράση κυρίως στον τομέα των
πληροφοριών, της κατασκοπείας και της δολιοφθοράς.
Για την κατάσταση που διαμορφώθηκε την περίοδο εκείνη θα αναφερθεί
ένα απόσπασμα από όσα περιγράφει σε κείμενο του το 1948 στην εφημερίδα
Παρατηρητής, ο δάσκαλος από την Σούγια Δημ.
Παπαδερός, που έζησε τα κατοχικά γεγονότα:
«Την
περιφέρειαν μας εκλέγει το στρατηγείον διά την εγκατάστασιν σταθμού ασυρμάτου
κατασκοπείας, διότι κυρίως εδώ βλέπει ασφάλειαν και υποστήριξιν. Και πράγματι
από της πρώτης στιγμής της αφίξεως των συμμάχων και ελλήνων αξιωματικών, πάντες
οι κάτοικοι προσεφέρθησαν να τους εξυπηρετήσουν εις ότι ηδύνατο έκαστος, καίτοι
εγνώριζον πάντες ποία τύχη τους ανέμενεν εις περίπτωσιν που ήθελε περιέλθη εις
τας ακοάς των Γερμανών, η άφιξις ασυρμάτων κατασκοπείας. Εν τούτοις έπρεπε να
ενισχυθούν και να υποστηριχθούν οι απεσταλμένοι διότι το έργον των ήτο
πατριωτικόν.
Οι
σύμμαχοι μας έπρεπε να ξέρουν τας κινήσεις, τας δυνάμεις και τα μέσα που
διαθέτει ο εχθρός ενταύθα και τα εμάνθανον δια των ασυρμάτων αυτών. Εκτός
τούτων και άλλα γεγονότα διεδραματίζοντο εν τη ημετέρα περιφέρεια.
Ενταύθα
είχε ορισθεί η έδρα και το κέντρον συσκέψεων των διαφόρων αρχηγών των
οργανώσεων αντιστάσεως κατά του εχθρού.
Τακτικά
εγίνοντο συγκεντρώσεις εν τη κοινότητι των εντεταλμένων όλων των δυτικών
επαρχιών και αποφάσεις ελαμβάνοντο συμφώνως με τας οδηγίας των συμμάχων μας.
Διάφορα
σώματα αντιστάσεως κατηρτίζοντο και παντός είδους πολεμικά εφόδια εστέλλοντο εξ
Αιγύπτου αεροπορικώς και θαλασσίως.
Απ’
εδώ εφοδιάζοντο οργανώνοντο και εκκινούσαν διά το δύσκολον και βαρύ έργον των,
οι διάφοροι σαμποτέρ εναντίον του εχθρού.
Ολων
των αρχηγών και γενικώς όλων των κινουμένων κατά του εχθρού εκ του Νομού Χανίων
, τα βλέματα ήσαν εστραμένα εδώ και απ’ εδώ επερίμεναν να μάθουν τι και να
λάβουν οδηγίας περί του τρόπου δράσεως του έκαστος.
Δυστυχώς
όμως πάντα ταύτα περιήλθον εις τας ακοάς των γερμανών και ο Διοικητής του
Φρουρίου Κρήτης διατάσσει την εξαφάνισιν της κοινότητος Σούγιας.»
Σχετικά
με τον εφοδιασμό των ανταρτών με πολεμικό υλικό και είδη ιματισμού, μια μεγάλη
ρίψη από αεροπλάνα έγινε στην περιοχή της Αχλάδας που είναι πάνω από το Κουστογέρακο
στις 18 Σεπτεμβρίου 1943. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες ρίψεις από αεροπλάνα , όπως
αυτές που έγιναν στις 10 Νοεμβρίου 1943 και στις 10 Δεκεμβρίου 1943. Επίσης,
κυρίως το 1944, μεταφέρονται πολεμικά και άλλα υλικά και με τα πλωτά μέσα.
Μερικά από τα υλικά αυτά αποθηκεύονται σε μυστικές αποθήκες – σπηλιές δίπλα
στην θάλασσα και άλλα μεταφέρονται στο βουνό και από εκεί διανέμονται στους
αποδέκτες τους.
Οι Γερμανοί όπως προαναφέρθηκε, έμαθαν
για τις δραστηριότητες των ανταρτών στην
περιοχή. Ετσι λίγες μόνο μέρες μετά την αεροπορική ρίψη υλικών της 18
Σεπτεμβρίου, εξορμούν κατά των τριών χωριών, προκειμένου να τα καταστρέψουν.
Η ημερομηνία της δεύτερης μεγάλης Γερμανικής εξόρμησης, στην περιοχή σύμφωνα με ορισμένους ήταν η 30
Σεπτεμβρίου. Αλλοι λένε πως ήταν η 29 Σεπτεμβρίου.
Το χωριό
Κουστογέρακο οι κατοχικές δυνάμεις το κύκλωσαν από την προηγούμενη νύκτα της
επίθεσης. Δεν κατάφεραν όμως να συλλάβουν τους άνδρες του χωριού, γιατί αυτοί
κάθε βράδυ κοιμόντουσαν έξω από τα σπίτια τους επειδή υποπτεύονταν ότι θα
συνέβαινε αυτό που πράγματι συνέβη.
Όμως οι Γερμανοί μπαίνοντας στο
χωριό συνέλαβαν πολλά γυναικόπαιδα, τα οποία και οδήγησαν στο κέντρο του.
Παράλληλα είχαν αρχίσει να καίνε τα σπίτια, ενώ τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν την
περιοχή και των τριών χωριών. Εβαλαν τα γυναικόπαιδα που συγκέντρωσαν στην
γραμμή και ετοιμαζόντουσαν να τα εκτελέσουν με πολυβόλο. Τότε οι αντάρτες, που
έβλεπαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους να εκτελούνται, επενέβησαν από κοντινή
κορυφή από όπου μπορούσαν να βλέπουν τις κινήσεις του εχθρού. Εβαλαν κατά του
εκτελεστή τον οποίο εξουδετέρωσαν. Ετσι ο εχθρός δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το
απαίσιο έργο του.
Εκτελέστηκαν όμως οι:
Αναστασάκη Χρυσή
Πατεράκη Ευτυχία
Πατεράκη Ελένη
Μυριζάκη Ελευθερία
Μελάκη Βασιλική
Επίσης την ίδια μέρα εκτελέστηκε
κοντά στην εκκλησία του χωριού η ηλικιωμένη Μυριζάκη Χαρίκλεια.
Ακολούθως οι αντάρτες που
παρακολουθούσαν από τις γειτονικές κορυφές επετέθησαν εναντίον των Γερμανών
στρατιωτών και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν και να τραπούν σε φυγή.
Τα γυναικόπαιδα του χωριού που
γλύτωσαν, κατόρθωσαν να διαφύγουν και να διασκορπιστούν άλλα στα γειτονικά
χωριά και άλλα προς την Μαδάρα, όπου τα πήραν μαζί τους οι αντάρτες, για να τα
βοηθήσουν να μεταβούν τελικά και αυτά σε γειτονικά χωριά.
Το πρωί της πρώτης ημέρας της
επίθεσης οι Γερμανοί εκτέλεσαν και τους Πατεράκη Αντώνιο, Πατεράκη Νικόλαο και Τζατζιμάκη Πέτρο όταν τους συνάντησαν σε
περιοχές έξω από το χωριό.
Το χωριό
Λιβαδάς είχε και αυτό κυκλωθεί από την προηγούμενη νύκτα της επίθεσης. Οπως και
στο Κουστογέρακο το βράδυ της προηγούμενης ημέρας οι περισσότεροι άνδρες του
χωριού δεν επέστρεψαν στο χωρίο και κοιμήθηκαν έξω. Ετσι δεν βρέθηκαν στα
σπίτια τους για να εγκλωβιστούν.
Οι γερμανοί όμως συνέλαβαν τα
περισσότερα γυναικόπαιδα και τα έκλεισαν σε ένα σπίτι. Εκεί εκτέλεσαν την νεαρή
Αμαλία Τσουρή, και τραυμάτισαν σοβαρά την επίσης νεαρή Μαίρη Σειραδάκη, κόρη
του τότε αντισυνταγματάρχη, Χαρ. Σειραδάκη. Την τραυματισμένη αυτή κοπέλα την
εκτέλεσαν λίγο αργότερα μέσα στο χωριό.
Τελικά οδήγησαν τα συλληφθέντα
γυναικόπαιδα με τα πόδια στην Σούγια, και από εκεί μέσω Παλαιόχωρας στις
φυλακές Αγιάς όπου τα κράτησαν για αρκετό χρονικό διάστημα και υπέστησαν μεγάλα
δεινά.
Στο χωριό Λειβαδάς σκοτώθηκαν
επίσης τότε από τους Γερμανούς οι ηλικιωμένοι άνδρες Παπαδερός Ιωάννης και
Σειραδάκης Ιωάννης.
Στο χωριό
Μονή οι Γερμανοί δεν είχαν προβεί σε κύκλωση της περιοχής από την προηγούμενη νύκτα
της επίθεσης όπως συνέβη με τα άλλα δύο χωριά. Οι κάτοικοι της αντιλήφθηκαν την
Γερμανική εξόρμηση μόνο όταν άρχισε η αεροπορική επιδρομή εναντίον και των
τριών χωριών που ξεκίνησε κατά τις 10 το πρωί. Ακόμη και οι μαθητές στο σχολείο
του χωριού έκαναν μάθημα μέχρι που φάνηκαν τα αεροπλάνα.
Οι περισσότεροι άνδρες
βρισκόντουσαν στα χωράφια τους και στις δουλειές τους Ετσι όταν άρχισε η
αεροπορική επιδρομή έτρεξαν σχεδόν όλοι προς το ποτάμι που υπάρχει δίπλα στο
χωριό, που το μέρος ήταν κατάλληλο για προστασία. Και όταν αντιλήφθηκαν περί
τίνος ακριβώς επρόκειτο, κάποιοι πήγαν προς την τοποθεσία Μονοπρίνου Βρύση που
το μέρος ήταν αρκετά κατάλληλο. Φρόντισαν παράλληλα να ειδοποιήσουν τις
γυναίκες και τα παιδιά τους να τους ακολουθήσουν για να φύγουν όσο το δυνατόν
πιο σύντομα για να πάνε μακριά από το χωριό.
Πράγματι τα περισσότερα
γυναικόπαιδα της Μονής έφυγαν τελικά από το χωριό σταδιακά μέχρι το βράδυ,
κυρίως μέσω της περιοχής Μονοπρίνου Βρύση, βοηθούμενα και καθοδηγούμενα από
τους άνδρες που ευρίσκοντο εκεί. Μετέβησαν σε γειτονικά χωριά όπως το Ροδοβάνι,
τα Καμάρια κτλ.
Τα θύματα αυτής της μεγάλης
γερμανικής επιδρομής στο χωριό Μονή ήσαν οι γέροντες η βαριά ασθενείς:
1)Δημήτριος Σταυριανουδάκης, 2)Εμμαν.
Βαγιάκης, 3)Ο Αντώνιος Σταυριανουδάκης, 4)Η Αμαλία Σηφαλάκη, 5)Η Ευαγγελία Λαμπουσάκη. Επίσης ο συλληφθείς Αριστείδης
Σταυριανουδάκης που τον σκότωσαν όταν προσπάθησε να τους ξεφύγει.
Μετά την
καταστροφή των 3 χωριών η περιοχή κηρύχθηκε απαγορευμένη ζώνη και δεν επέτρεπαν
την κυκλοφορία των κατοίκων μέσα σε αυτήν. Οι κάτοικοι των τριών χωριών μέσα σε
λίγο μόνο χρόνο είδαν τον κόπο μιας ζωής να γίνεται παρανάλωμα της φωτιάς.
Γενικά υπέστησαν τεράστιες ταλαιπωρίες, είδαν να καταστρέφονται όλα τα σπίτια
και τα υπάρχοντα τους και πέρασαν μεγάλες στερήσεις.
Ακολούθησε στις 19-11-1943 η μάχη στην Αχλάδα,
που είναι περιοχή στο βουνό πάνω από το χωριό Κουστογέρακο. Τότε εξοντώθηκαν 19
Γερμανοί στρατιώτες.
Επίσης ακολούθησε η τρίτη μεγάλη Γερμανική εξόρμηση
της 10-2-1944. Τότε συνελήφθη μεγάλος αριθμός Σελινιωτών, κυρίως από το
ανατολικό μέρος της επαρχίας.
Από
αυτούς πολλοί οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Κεντρικής Ευρώπης και
οι περισσότεροι θανατώθηκαν εκεί . Για
αυτά θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά παρακάτω.
Την
ίδια μέρα αντάρτες της περιοχής συγκρούστηκαν στην περιοχή του Καλόγερου με τους
κατακτητές. Η περιοχή αυτή είναι στην παραλία ανατολικά της Σούγιας.
Στις 23-3-1944 εκτελούνται μετά από πιθανή
προδοσία ένας άγγλος αξιωματικός και 2 Κύπριοι στρατιώτες, αφού κυκλώθηκε από
ισχυρές εχθρικές δυνάμεις, ένα μέρος
στην περιοχή Σταυρός του χωριού Μονή, στο οποίο είχαν ένα ασύρματο.
Στις 27-5-1944 εκτελείται από τους αντάρτες ο γκεσταμπίτης
Χάνς που είχε προκαλέσει πολλά δεινά στην περιοχή.
Στις αρχές Αυγούστου 1944 έγινε μάχη με τους
Γερμανούς στον Αναβο, που είναι περιοχή κοντά στην Κάντανο. Εγινε κυρίως από τους
άνδρες του ΕΛΑΣ αλλά και λίγους άνδρες της ΕΟΚ που βρέθηκαν εκεί. Τότε σκοτώθηκαν
μερικοί Γερμανοί στρατιώτες και άλλοι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Επίσης καταστράφηκαν
και μερικά Γερμανικά αυτοκίνητα.
Οι Γερμανοί αποχώρησαν οριστικά από το Σέλινο τον
Σεπτέμβριο του 1944. Σύντομα αποσύρθηκαν και από όλη την Κρήτη και παρέμειναν σε μια στενή εδαφική λωρίδα στο βόρειο μέρος
του νομού Χανίων και στην πόλη των Χανίων.
Οι
Σελινιώτες έδωσαν το παρόν σε διάφορες μάχες και επεισόδια που έγιναν με τους
ναζί και εκτός της επαρχίας τους και τους υπόλοιπους μήνες της κατοχής, μέχρι δηλαδή
την απελευθέρωση που έγινε τα τέλη Μαίου του 1945.
Σήμερα ευρισκόμαστε μπροστά σε ένα μνημείο που
κατασκευάστηκε πριν από 20 περίπου
χρόνια. Πολύ σύντομα θα αναφερθώ σχετικά.
Εγινε
με πρωτοβουλία του Θεόδωρου Γεωργιακάκη από το Κουστογέρακο, με τη συνδρομή της
Επιτροπής Ανέγερσης του Μνημείου, του συλλόγου των απανταχού
ανατολικοσελινιωτών «Το Ψηλάφι», που
είχε τότε Πρόεδρο τον Αιδεσιμότατο Ευτύχη Ανδρουλάκη, της οικογένειας Κοσμαδάκη που δώρισε τον
χώρο, του βουλευτή Ευτ. Δαμιανάκη που ενίσχυσε σημαντικά το μνημείο, του δημάρχου
ανατολικού Σελίνου Ελ. Παπαδερού, συγγενών ομήρων και άλλων ατόμων, ενώ προσπάθειες για την δημιουργία του
κατέβαλαν και οι Γερμανοί Γιώργος Μάντερς, Κώστας Φίσερ και Ούλα Κλάις.
Ο Θεόδωρος Γεωργιακάκης είχε συλληφθεί στην εξόρμηση της 10-2-1944, και πέρασε
τις ταλαιπωρίες των στρατοπέδων συγκέντρωσης αλλά τελικά σώθηκε. Για όσα θα
αναφέρω παρακάτω, έλαβα υπόψη μου αυτά που έγραψε σε ένα μικρό βιβλίο,
στο οποίο αναφέρει πολύ συνοπτικά τις περιπέτειες που πέρασαν οι
συλληφθέντες την ημέρα εκείνη.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1944 οι Γερμανοί συνέλαβαν εκατοντάδες
άνδρες από τα χωριά των κοινοτήτων Σούγιας, Ροδοβανίου, Καμπανού, Επανοχωρίου,
Φουρνέ, Μεσκλών, Ζούρβας, Λάκκων, Θερίσσου, Αγίας Ρουμέλης Σφακίων και τους
μετέφεραν στις φυλακές Αγυιάς.
Εκεί
τους περίμεναν οι καταδότες κρυμμένοι πίσω από παραβάν . Οι Ναζί τους περνούσαν
έναν - έναν από μπροστά τους και πιστοποιούσαν οι καταδότες την ταυτότητα και
δράση του καθενός και το ανέφεραν στους Ναζί.
Οι
καταδότες από τους 150 συλληφθέντες του δήμου Ανατολικού Σελίνου υπέδειξαν
στους Ναζί 48 άνδρες και από τους 300 συλληφθέντες των δήμων Μουσούρων,
Θερίσσου και Αγίας Ρουμέλης υπέδειξαν 98 άνδρες. Ολοι τους προοριζόντουσαν για
το εκτελεστικό απόσπασμα. Τους έκλεισαν στην απομόνωση τον ένα πάνω στον άλλο. Τους
υπόλοιπους τους άφησαν ελεύθερους. Στην Αγυιά έμειναν περίπου 25 μέρες.
Από
την εκτέλεση, τους γλίτωσε ο επίσκοπος Αγαθάγγελος
Ξηρουχάκης, που με δική του ενέργεια, μέσω του Γερμανού Διοικητού του Φρουρίου
Κρήτης, ανακλήθηκε η εκτέλεση τους. Ο
τελευταίος αποφάσισε να τους στείλει στο
στρατόπεδο Μάουτ Χάουζεν της Αυστρίας.
Ετσι ένα πρωί τους έβαλαν στα αυτοκίνητα και τους
πήγαν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε. Ακολούθως αεροπορικώς τους μετέφεραν στην Αθήνα
και τους πήγαν στις φυλακές Αβέρωφ.
Στις
φυλακές Αβέρωφ καθίσαν οκτώ μέρες και από εκεί σιδηροδρομικώς έφθασαν στο
Βελιγράδι αρχικά, και μετά στον
σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Μάουτ-Χάουζεν.
Από
το τρένο τους παρέλαβαν τα Ες-Ες και τους οδήγησαν στο εκεί στρατόπεδο.
Τους
έδιναν μια μπρούτζινη ταυτότητα που την φορούσαν στο χέρι μονίμως. Ήταν ένα
κομμάτι ντενεκές, πάνω στον οποίο υπήρχε ο αριθμός του κάθε κρατουμένου. Το
νούμερο αυτό αντικαθιστούσε το ονοματεπώνυμό τους.
Οι Γερμανοί την αποστολή από τις φυλακές Αγυιάς,
από τους Δήμους Ανατολικού Σελίνου, Μουσούρων, Θερίσσου και Αγίας Ρουμέλης,
όλους μαζί τους έστειλαν από το Μάουτ Χάουζεν στο νεοσυσταθέν στρατόπεδο Μελκ
με πολλούς άλλους κρατούμενους διαφόρων εθνικοτήτων, για εργασία στο υπόγειο
πολεμικό εργοστάσιο που ετοίμαζαν.
Η
εργασία τους μέσα στις στοές ήταν σκληρή και επίπονη 12 ώρες στο φτυάρι, τον κασμά,
το καρότσι, το πιστολέτο, το βαγόνι και η συμπεριφορά των φρουρών ήταν κτηνώδης.
Επειδή στο στρατόπεδο Μέλκ που τους πήγαν δεν
υπήρχε θάλαμος αερίων και φούρνος καύσεως των πτωμάτων, οι Ναζί μετέφεραν τους
νεκρούς και ανίκανους για εργασία με αυτοκίνητα στο Μάουτ Χάουζεν, που απείχε
60 χιλιόμετρα από το Μελκ για τον φούρνο. Στο Μάουτ Χάουζεν για την θανάτωση των
κρατουμένων χρησιμοποιούσαν ενέσεις. Επίσης τις κλούβες- αυτοκίνητα με μηχανή ειδικά
διασκευασμένη για να προξενεί καυσαέρια, τα οποία διοχέτευαν με την εξάτμιση
μέσα στην κλούβα. Γέμιζαν την κλούβα με κρατούμενους, έκλεινε η μοναδική πίσω
πόρτα, έβαζε μπροστά το αυτοκίνητο ο οδηγός, ξεκινούσε το αυτοκίνητο και σε
λίγα λεπτά κατά την διαδρομή οι κρατούμενοι πέθαιναν από ασφυξία.
Συγχρόνως με τον πόλεμο αυτά τα στρατόπεδα
έγιναν και χώρος ιατρικών πειραμάτων επιζώντων ανθρώπων και εξόντωσης
κρατουμένων.
Κυρίες και κύριοι
Χρέος μας είναι να διαφυλάξουμε την ιστορική
μας μνήμη. Γιατί είναι γνωστό πως λαός χωρίς ιστορική μνήμη είναι σαν το δένδρο
που δεν έχει ρίζες, που εύκολα το παρασύρει ο άνεμος.
Το μνημείο που έχουμε μπροστά μας, έγινε προς
τιμή των κρατουμένων στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης που κατάγονται από το Σέλινο. Σε αυτό αναγράφονται τα ονόματα των 34 ανδρών
από το ανατολικό Σέλινο που εκεί θανατώθηκαν. Επίσης τα ονόματα 24 Σελινιωτών
που επέζησαν του στρατοπέδου Μάουτ Χάουζεν.
Ας ελπίσουμε να μην περάσουμε στο μέλλον
παρόμοιες δοκιμασίες και η πατρίδα μας να συνεχίσει την πορεία της μέσα σε
Ειρήνη και πρόοδο.
.